1.II.1. Η αποκάλυψη επιφέρει ολική αλλά και πρόσκαιρη διακοπή της αμφιβολίας και του φόβου. ²Αντανακλά την αυθεντική μορφή επικοινωνίας μεταξύ του Θεού και των δημιουργημάτων του, συμπεριλαμβάνοντας την εντελώς προσωπική αίσθηση δημιουργίας που μερικές φορές αναζητείται στις σωματικές σχέσεις. ³Η σωματική προσέγγιση (επικοινωνία σε σωματικό επίπεδο) δεν μπορεί, όμως, να την επιτύχει. ⁴Τα θαύματα είναι απολύτως διαπροσωπικά και καταλήγουν σε αληθινή προσέγγιση με τους άλλους. ⁵Η αποκάλυψη σε ενώνει κατευθείαν με τον Θεό. ⁶Τα θαύματα σε ενώνουν κατευθείαν με τα αδέλφια σου. ⁷Δεν απορρέουν από τη συνείδηση αλλά και η αποκάλυψη και τα θαύματα βιώνονται εκεί, στη συνείδηση. ⁸Η συνείδηση είναι η κατάσταση που προτρέπει προς τη δράση, αλλά δεν είναι αυτή που την εμπνέει. ⁹Είσαι ελεύθερος να πιστεύεις ό,τι επιλέγεις, και να δράς σύμφωνα με τα πιστεύω σου.
1.II.2. Η αποκάλυψη είναι έντονα προσωπική και δεν μπορεί να ερμηνευτεί με κατανοητό τρόπο για τους άλλους. ²Να γιατί κάθε προσπάθεια να την περιγράψει κάποιος με λόγια είναι αδύνατη. ³Η αποκάλυψη επιφέρει καθαρή εμπειρία και μόνο. ⁴Τα θαύματα, από την άλλη πλευρά, προκαλούν δράση. ⁵Είναι πιο χρήσιμα, στον παρόντα χρόνο, διότι έχουν διαπροσωπικό χαρακτήρα. ⁶Σ' αυτό το στάδιο μαθητείας το να εργαστείς για τα θαύματα είναι σημαντικό, διότι η απελευθέρωση από τον φόβο δεν μπορεί να αφεθεί σ' εσένα. ⁷Η αποκάλυψη είναι κυριολεκτικά άρρητη, επειδή πρόκειται για μια εμπειρία αγάπης που δεν περιγράφεται με λόγια.
1.II.3. Ας κρατήσουμε το δέος για τη στιγμή της αποκάλυψης στην οποία και αρμόζει απόλυτα. ²Δεν χρειάζεται όμως δέος για τα θαύματα, διότι το δέος περιέχει ένα στοιχείο λατρείας που συνοδεύεται από την αίσθηση πως κάποιος μιας κατώτερης τάξης στέκεται εμπρός στον Δημιουργό του. ³Είσαι τέλειο δημιουργήμα και πρέπει να νιώθεις δέος μόνο μπροστά στον Δημιουργό αυτής της τελειότητας που είσαι. ⁴Το θαύμα είναι, συνεπώς, κάτι διαφορετικό: μια εκδήλωση αγάπης μεταξύ ίσων. ⁵Οι ίσοι μεταξύ τους δεν πρέπει να νιώθουν φόβο ή δέος ο ένας για τον άλλον, επειδή αυτά τα συναισθήματα δείχνουν ανισότητα. ⁶Γι' αυτό δεν πρέπει να έχεις αυτού του είδους την αντίδραση απέναντί μου. ⁷Ένας μεγαλύτερος αδελφός δικαιούται σεβασμό λόγω των περισσότερων εμπειριών του και υπακοή λόγω της μεγαλύτερης σοφίας του. ⁸ Επίσης δικαιούται αγάπη επειδή είναι αδελφός, και αφοσίωση εφόσον είναι κι ο ίδιος αφοσιωμένος. ⁹Είναι μόνο η αφοσίωσή μου που με κάνει να δικαιούμαι τη δική σου αφοσίωση. ¹⁰Δεν υπάρχει τίποτα σ' εμένα που δεν μπορείς και εσύ να επιτύχεις. ¹¹Δεν έχω τίποτα που δεν προέρχεται από το Θεό. ¹²Η διαφορά μεταξύ μας τώρα είναι πως εγώ δεν έχω τίποτα άλλο, τίποτα που δεν προέρχεται από τον Θεό. ¹³Αυτό με τοποθετεί σε μια κατάσταση η οποία υπάρχει ως δυνατότητα και μέσα σου.
1.II.4. Το «κανείς δεν φθάνει στον Πατέρα παρά μόνο μέσω εμού» δεν σημαίνει πως με οποιονδήποτε τρόπο είμαι ξεχωριστός ή διαφορετικός από εσένα, εκτός από τον χρόνο και ο χρόνος στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτος. ²Αυτή η δήλωση λοιπόν έχει περισσότερο νόημα με μια έννοια κάθετη παρά οριζόντια. ³Στέκεσαι κάτω από μένα και στέκομαι κάτω από τον Πατέρα. ⁴Στη διαδικασία «ανάστασης» (ανύψωσης) βρίσκομαι ψηλότερα, διότι χωρίς εμένα η απόσταση μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου θα ήταν πολύ μεγάλη. ⁵Γεφυρώνω την απόσταση ως μεγαλύτερος αδελφός για σένα, από τη μια πλευρά, και ως Υιός του Θεού, από την άλλη. ⁶Η αφοσίωσή μου στους αδελφούς μου με έθεσε υπεύθυνο στην Υιότητα την Οποία καθιστώ πλήρη διότι μοιράζομαι αυτή την κατάστασή Της. ⁷Αυτό μπορεί να φαίνεται αντιφατικό με τη δήλωση «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα», αλλά υπάρχουν δύο μέρη («πρόσωπα») σ' αυτή τη δήλωση ακριβώς ως αναγνώριση ότι ο Πατέρας είναι μεγαλύτερος.
1.II.5. Οι αποκαλύψεις προέρχονται έμμεσα από εμένα, διότι εγώ βρίσκομαι κοντά στο Άγιο Πνεύμα, και αγρυπνώ για την αποκαλυπτική ετοιμότητα (δεκτικότητα) των αδελφών μου. ²Έτσι μπορώ να ελκύσω κάτω προς αυτούς περισσότερα απ' όσα οι ίδιοι θα μπορούσαν να ελκύσουν προς τον εαυτό τους. ³Το Άγιο Πνεύμα μεσολαβεί για την επικοινωνία από τα υψηλότερα πεδία προς τα χαμηλότερα, κρατώντας ανοιχτό το κανάλι από τον Θεό προς εσένα και προς την αποκάλυψη. ⁴Η αποκάλυψη δεν κινείται παλινδρομικά. ⁵Κατευθύνεται από τον Θεό προς εσένα, αλλά όχι από εσένα προς τον Θεό.
1.II.6. Το θαύμα ελαχιστοποιεί τον χρόνο. ²Στο οριζόντιο επίπεδο η αναγνώριση της ισότητας των μελών της Υιότητας φαίνεται να προϋποθέτει σχεδόν ατέλειωτο χρόνο. ³Ωστόσο το θαύμα εισάγει μια απότομη στροφή από την οριζόντια στην κατακόρυφη θέση. ⁴Αυτό δημιουργεί ένα διάλειμμα (στον χρόνο) όπου δότης και λήπτης αναδύονται σε πολύ μεγαλύτερο εύρος χρόνου από όσο θα μπορούσαν ποτέ. ⁵Έτσι το θαύμα παρέχει τη μοναδική δυνατότητα της κατάλυσης του χρόνου. ⁶Δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στον χρόνο που χρειάζεται ένα θαύμα για να εκδηλωθεί και στον χρόνο που αυτό το θαύμα καλύπτει. ⁷Τα θαύματα μπορούν να συμπυκνώσουν τον χρόνο κατά χιλιάδες χρόνια. ⁸Το πετυχαίνουν αυτό αναγνωρίζοντας την τέλεια ισότητα μεταξύ εκείνου που τα προσφέρει κι εκείνου που τα λαμβάνει. ⁹Κάνουν κυριολεκτικά τον χρόνο να καταρρέει.